ἄπλετος,ον,
A. boundless, immense,
ἠέρος ὕψος
Emp. 17.18
; αὐγή
Id. 135
; δόξα
Pi. I. 4(3).11
; βάρος
S. Tr. 982
; also found in Prose, χρυσὸς ἄ.
Hdt. 1.14
, 50 ,al.;ἅλες, ὕδωρ,
4.53 , 8.12 ; οἰμωγή
6.58
; μάχη
Pl. Sph. 246c
;ἄ. καὶ ἀμήχανον [χρόνου πλῆθος] Id. Lg. 676b ;ἐν χρόνου μήκεσιν ἀπλέτοιςib. 683a ; χιών