ἄπλοος,ον, contr.
ἄπλους,ουν:
I.
Act. , of ships,unseaworthy,
τριήρεις
And. 3.5
; ναῦς ἄπλους ποιεῖν
Th. 7.34
;νῆες ἅπλοι ἐγένοντοibid.: of persons, ναύκληρον . . ποιήσας ἄπλουν
Crito Com. 3
: Comp. , ἀπλοώτεραι νῆες less fit for sea,
Th. 7.60
(codd.; ἀπλούστεραι
Suid.
).
II.
Pass. , of the sea,not navigable, closed to navigation(cf.ἄπλοια) , ἄπλους ἡ θάλαττα ὑπὸ τῶν . . λῃστῶν γέγονεν