LSJἄπνιγμοςGlossἄπνιγμος , ον , = οὐ πεπνιγμένος, κνώδων Anon. ap. Hsch.ἄπνιγμος,ον,A.= οὐ πεπνιγμένος, κνώδωνAnon. ap. Hsch.ReferencesAnon.Hsch.