ἀδεύητος,ον, Ep. form ofἀδέητος, Hsch. :ἀδεύητον: χαλεπόν, ἢ οὗ οὐκ ἄν τις ἔτι δεηθείη, EM 17.4 .
ἀδεύητος
Gloss
ἀδεύητος , ον , Ep. form of ἀδέητος , Hsch. : ἀδεύητον: χαλεπόν, ἢ οὗ οὐκ ἄν τις ἔτι δεηθείη , EM 17.4 .
ἀδεύητος , ον , Ep. form of ἀδέητος , Hsch. : ἀδεύητον: χαλεπόν, ἢ οὗ οὐκ ἄν τις ἔτι δεηθείη , EM 17.4 .
ἀδεύητος,ον, Ep. form ofἀδέητος, Hsch. :ἀδεύητον: χαλεπόν, ἢ οὗ οὐκ ἄν τις ἔτι δεηθείη, EM 17.4 .