ἀποβῐβ-άζω, causal ofἀποβαίνωB,
A. make to get off,esp. from a ship,disembark, put on shore,
τινά
Th. 6.97
, etc.; τινὰ εἰς τόπον
Hdt. 8.76
, Pl. Grg. 511e ; ἐς τὴν πολεμίαν ἀποβιβάζων τὸν πόδα
Ar. V. 1163
; ἀ. τινὰ ὅποι αὐτὸς κελεύοι
X. HG 7.4.3
:— Med. ,ἀποβιβάσασθαί τινας ἀπὸ τῶν νεῶν causethemto be put on shore,
Hdt. 9.32 .