LSJἀβοᾱτίGlossἀβοᾱτί , ἀβλέπτ-ατος , Dor. for ἀβοητί, -ητος.ἀβοᾱτί,ἀβλέπτ-ατος, Dor. forἀβοητί, -ητος.Related Lemmasἀβλέπτ-ατος