ἀποδεικ-τικός,ή,όν,
A. affording proof, demonstrative,
ὁ ἀ. συλλογισμός
Arist. AP 0.74b10
; ἕξις ἀ.
Id. EN 1139b31
; πίστεις ἀ.
Id. Rh. 1358a1
, etc.: Comp.
-ώτερος
Phlp. in Ph. 9.20
: Sup.
-ώτατος, λόγος
Ph. 2.499
.Adv.
ἀποδεικτικῶς, ἐπίστασθαι
Arist. AP 0.75a12
; εἰρηκέναι