ἀπόδειξις, Ion.
-δεξις, εως,ἡ, (ἀποδείκνυμι)
A. showing forth, making
known, exhibiting,
δι' ἀπειροσύνην . . κοὐκ ἀπόδειξιν τῶν ὑπὸ γαίας
E. Hipp. 196
.
2. setting forth, publication,
Ἠροδότου . . ἱστορίης ἀπόδεξις
Hdt.
Prooem.; ἀρχῆς ἀ. an exposition, sketchof it, Th. 1.97 ; ἀ. περὶ τὸν πολιτικόν
Pl. Plt. 277a
; περί τινος
R. 358b
.
3. proof,
βουλομένοισί σφι γένοιτ' ἂν ἀ.