ἀποδίομαι, poet. forἀποδιώκω, αἴ κεν Ἄρηα . . μάχης ἐξ ἀποδίωμαι(withᾱmetri gr.) Il. 5.763 .
ἀποδίομαι
Gloss
ἀποδίομαι , poet. for ἀποδιώκω, αἴ κεν Ἄρηα . . μάχης ἐξ ἀποδίωμαι (with ᾱ metri gr.) Il. 5.763 .
ἀποδίομαι , poet. for ἀποδιώκω, αἴ κεν Ἄρηα . . μάχης ἐξ ἀποδίωμαι (with ᾱ metri gr.) Il. 5.763 .
ἀποδίομαι, poet. forἀποδιώκω, αἴ κεν Ἄρηα . . μάχης ἐξ ἀποδίωμαι(withᾱmetri gr.) Il. 5.763 .