ἀπόερσε, Ep.
aor.almost always in 3 pers. (imper.
A.
ἀπόερσον
Nic. Th. 110
):—swept away,
ἔνθα με κῦμ' ἀπόερσε
Il. 6.348
; ὅν ῥά τ' ἔναυλος ἀπο̄έρσῃ
21.283
;μή μιν ἀπο̄έρσειε μέγας ποταμόςib. 329 ; cf.ἀπούρας.
swept away,
ἀπόερσε, Ep.
aor.almost always in 3 pers. (imper.
A.
ἀπόερσον
Nic. Th. 110
):—swept away,
ἔνθα με κῦμ' ἀπόερσε
Il. 6.348
; ὅν ῥά τ' ἔναυλος ἀπο̄έρσῃ
21.283
;μή μιν ἀπο̄έρσειε μέγας ποταμόςib. 329 ; cf.ἀπούρας.