ἀποθρῴσκω,aor. ἀπέθορον,
A. leap off from,
νηός
Il. 2.702
;ἀπὸ τῶν ἴππων, ἀπὸ νεός,
Hdt. 1.80 , 7.182 ; ἰοὶ ἀπὸ νευρῇφι θορόντες
Il. 16.773
: abs.,spring away,
Opp. H. 1.206 .
2. leap up from, rise from,
καπνὸν ἀποθρῴσκοντα νοῆσαι ἧς γαίης
Od. 1.58
.
3. rebound from,
ἔρως ἀντιτύπου κραδίης ἀ.
AP 9.443
(Paul. Sil.).
4. break off,of rocks, ἀφ' ὑψηλῆς κορυφῆς