ἀποίχομαι,fut. -οιχήσομαι:impf. -ῳχόμην:—
A. to be gone away, to be far from, keep aloof froma thing, c. gen., ἀποίχονται πολέμοιο
Il. 11.408
;ἀποίχεαι ἀνδρός hast forsakenhim, 19.342 .
2. abs.,to be gone, to have departed, ὅπως δὴ δηρὸν ἀποίχεταιhow longhe has been gone,
Od. 4.109 ; ἀνδρὸς ἀποιχομένοιο πολὺν χρόνον
21.70
, cf. 1.253 ;περὶ πατρὸς ἀποιχομένοιο ἐρέσθαιhisabsentfather, 1.135 , cf. E. Hel. 1306 (lyr.); ἀ. εἰς τάξιν πάλιν
Id. Heracl. 818
: imper. ἀποίχεσθε begone!
Hecat. 30
J.
3. to have perished,
ἀποίχεται χάρις
E. HF 134