ἀπόκομμα,ατος,τό,
A. splinter, chip, πέτρας ἀπόκομμ' ἀτεράμνου(of a man) Theoc. 10.7 ; ἀ. τῶν τοῦ χαλκοῦ πετάλων
PHolm. 1.40
; ἀ. ἀραχνιου shred,
Luc. VH 1.18
;blockof wood, of an idol, Aq. Ez. 20.7 ; of stone, πώρων ἀ.
IG 11.158A32
(Delos,iii B. C., pl.).