LSJἀπο-κρέμασμαGlossἀπο-κρέμασμα , ατος , τό , = foreg., αὐχένος Eust. 1334.2 .ἀπο-κρέμασμα,ατος,τό,=foreg.,A.αὐχένοςEust. 1334.2.ReferencesEust. 1334.2