LSJἀπολωπίζωGlossἀπολωπίζω , ( λῶπος ) = λωποδυτέω , S. Fr. 1021 .ἀπολωπίζω, (λῶπος)A.= λωποδυτέω , S. Fr. 1021 .ReferencesS. Fr. 1021