ἀπο-μάχομαι [μᾰ],fut. -μαχοῦμαι,
A. fight fromthe walls of a fort or town, τεῖχος ἱκανὸν ὥστε ἀπομάχεσθαι ἐκ τοῦ ἀναγκαιοτάτου ὕψους
Th. 1.90
;βασίλεια ἱκανὰ ἀ.high or strong enoughto fight from,
X. Cyr. 3.1.1 : abs.,fight desperately,
Id. An. 6.2.6 ; πρός τι
Plu. Brut. 5
, Hld. 5.1 ;τινί againsta thing, Plu. Caes. 17 .
II. ἀ. τι fight offa thing,declineit, ἀπεμαχέσαντο τοῦτο
Hdt. 7.136
: abs., ὁ μὲν δὴ ταῦτα λέγων ἀπεμάχετο
Id. 1.9
;ἀ. μὴ λαβεῖν τὴν ἀρχήνD H. 2.60 .
III.
ἀ. τινά drive off in battle,
X. HG 6.5.34