ἀπομειλίσσομαι, Att.
ἀπό-ττομαι,
A. appease, allay,
θεοῦ μῆνιν
D.H. 1.38
; πεῖναν
Ph. 2.477
; τινά
J. AJ 19.9.2
; θεούς
Porph. Marc. 2
.
II. expiate,
τὰς τῶν πολλῶν ἁμαρτίας
Id. Abst. 4.5
.
appease, allay,
ἀπομειλίσσομαι, Att.
ἀπό-ττομαι,
A. appease, allay,
θεοῦ μῆνιν
D.H. 1.38
; πεῖναν
Ph. 2.477
; τινά
J. AJ 19.9.2
; θεούς
Porph. Marc. 2
.
II. expiate,
τὰς τῶν πολλῶν ἁμαρτίας
Id. Abst. 4.5
.