ἀπομιμνῄσκομαι,fut. -μνήσομαι, aor. -εμνησάμην:—
A. remember, recognize: hence,repay, τῷ οἱ ἀπεμνήσαντο [χάριν] Il. 24.428 ;ἀπεμνήσαντο χάριν εὐεργεσιάων forbenefits, hes. Th. 503 ; αὐτῷδὲ . . χάριν ἀπομνήσεσθαι ἀξίαν
Th. 1.137
, cf. E. Alc. 299 .
remember, recognize
ἀπομιμνῄσκομαι,fut. -μνήσομαι, aor. -εμνησάμην:—
A. remember, recognize: hence,repay, τῷ οἱ ἀπεμνήσαντο [χάριν] Il. 24.428 ;ἀπεμνήσαντο χάριν εὐεργεσιάων forbenefits, hes. Th. 503 ; αὐτῷδὲ . . χάριν ἀπομνήσεσθαι ἀξίαν
Th. 1.137
, cf. E. Alc. 299 .