ἀπονέμ-ω,fut.
A.
-νεμῶ
Pl. Phlb. 65b
:—portion out, impart, assign,
ἡμῖν . . ταῦτ' ἀπένειμε τύχη
Simon. 100
; βωμοὺς καὶ ἀγάλματα θεοῖσι
Hdt. 2.4
; τὸ πρέπον ἑκατέροις
Pl. Lg. 757c
; τῷ θεῷ τοῦτο γέρας
Id. Prt. 341e
; τοῖς θεοῖς χάριτας
SIG 708.33
, cf. 1 Ep.Pet. 3.7 ; τὸ καλῶς ἀποθανεῖν ἴδιον τοῖς σπουδαίοις ἡ φύσις ἀπένειμεν
Isoc. 1.43