ἀπο-πειράομαι,fut. -άσομαι [ᾱ]:aor.
Pass.
ἀπεπειράθην,
Ion.
-ήθην, v.infr.:—
A. make trialorproof of . ., τῶν μαντηί̈ων, τῶν δορυφόρων,
Hdt. 1.46 , 3.128 ; ἀ. ἑκάστου εἰ ναυμαχίην ποιέοιτο
Id. 8.67
, cf. 9.21 ;ἀ. γνώμης [ἑκάστου] Id. 3.119 ; τῆς γνώμης ἀποπειρῶ
Ar. Nu. 477
, cf. And. 1.105 ; ἀ. τινὸς εἰ δύναιτο ἀληθεύειν
X. Cyr. 7.2.17
, cf. 2.3.5 ;ναυμαχίας ἀποπειρᾶσθαι to ventureit, Th. 4.24 : abs., ἐπεὰν ἀποπειρηθῇ
Hdt. 2.73
; freq. in Pl. , to express the dialecticaltrialof an opponent, Prt. 311b , 349c , al.
II.