ἀποπλέω, Ep.
ἀποπλᾰν-πλείω, Ion.
ἀποπλᾰν-πλώω v.l. in Hdt. 4.156 , 157 , cf. Arr. Ind. 26.9 :fut.
A.
-πλεύσομαι
Hdt. 4.147
; -πλευσοῦμαι
Pl. Hp.Mi. 371b
:—sail away, sail off,
οἴκαδ' ἀποπλείειν
Il. 9.418
, etc.; ἐπ' Αἰγύπτου
Hdt. 1.1
, cf. Ar. Ra. 1480 ; ὀπίσω ἀ.
Hdt. 4.156
; ἐκ τῆς Σικελίας ὡς ἐς τὰς Ἀθήνας
Th. 6.61
; ἐπ' οἴκου