LSJἀπο-πληκτώδηςGlossἀπο-πληκτώδης , ες , = ἀπόπληκτος , Gal. 19.110 .ἀπο-πληκτώδης,ες,A.= ἀπόπληκτος , Gal. 19.110 .ReferencesGal. 19.110