LSJἀποπόμπ-ιμοςGlossἀποπόμπ-ιμος , ον , = ἀποπομπαῖος, πάθος Ph. 1.75 : ἡμέραι,͂ἀποφράδες, Hsch.ἀποπόμπ-ιμος,ον,A.= ἀποπομπαῖος, πάθοςPh. 1.75 :ἡμέραι,͂ἀποφράδες,Hsch.ReferencesPh. 1.75Hsch.