ἀπορραίω,
A. bereaveoneofa thing, c. dupl. acc., ὅστις ς' ἀέκοντα βίηφι κτήματ' ἀπορραίσεἰ
Od. 1.404
;ἀπορραῖσαι [αὐτὸν] φίλον ἦτορ bereavehimoflife, 16.428 ;θυμὸν ἀπορραῖσαι(sc.ἄνδρας) Emp. 128 : c. gen. rei, μή τιν' ἀπορραίσειν γεράων
Hes. Th. 393
.