ἀπορρήγνῡμιor-ύω,
A. break off,
δεσμὸν ἀπορρήξας
Il. 6.507
, cf. Hdt. 3.32 ; ἧκε δ' ἀπορρήξας κορυφὴν ὄρεος
Od. 9.481
;πνεῦμ' ἀπέρρηξεν βίου snap the threadof life,die,
A. Pers. 507 ;ἀ. πνεῦμα, βίον,
E. Or. 864 , IT 974 , cf. Tr. 756 ; ἀ. ψυχήν
AP 7.313
; τὰ μακρὰ τείχη ἀ. ἀπὸ τῆς τῶν Μεγαρέων πόλεως
Th. 4.69
;ἀ. τῆς εἰρήνης τὴν ξυμμαχίαν,a phrase of D. censured by Aeschin. 3.72 ; ἀ. πάνυ τείνουσαι τὸ καλῴδιον
Luc. DMeretr. 3.3
.
2. causal,ἀ. τὸν θυμόν letone's rageburst forth,