ἀποστᾰδόν,Adv., (ἀφίσταμαι)
A. from afar,
Il. 15.556 .
II. ἀπόσταδον: δίκτυον μεμολυβδωμένον καὶ καλάμῳ περιεννημένον,
Hsch.
from afar,
ἀποστᾰδόν,Adv., (ἀφίσταμαι)
A. from afar,
Il. 15.556 .
II. ἀπόσταδον: δίκτυον μεμολυβδωμένον καὶ καλάμῳ περιεννημένον,
Hsch.