ἀπο-στάτις [τᾰ],ιδος,ἡ, pecul.fem. of
A.
ἀποστάτης, ἀ. πόλις
LXX 1 Es. 2.18
, J. AJ 11.2.1 .
ἀπο-στάτις [τᾰ] , ιδος , ἡ , pecul.fem. of ἀποστάτης, ἀ. πόλις LXX 1 Es. 2.18 , J. AJ 11.2.1 .
ἀπο-στάτις [τᾰ],ιδος,ἡ, pecul.fem. of
A.
ἀποστάτης, ἀ. πόλις
LXX 1 Es. 2.18
, J. AJ 11.2.1 .