ἀποτείνω,3 pl. pf.
Pass.
A.
ἀποτέτανται
Luc. Zeux. 4
:—stretch out, extend,
μέρος τι αὑτοῦ
Arist. GA 723b22
; ἀ. ἐκεῖ τὴν διάνοιαν
Id. Mem. 452b10
; τὼ πόδε
Luc. Merc.Cond. 13
:— Pass. , δρέπανα ἐκ τῶν ἀξόνων εἰς πλάγιον ἀποτεταμένα
X. An. 1.8.10
; ἡ ὄψις ἀπὸ μικροῦ ἐνόπτρου πόρρω ἀποτεινομένη
Arist. Mete. 377b33
, etc.
2. extend, prolong,of the line of an army, X. HG 5.2.40 ( Pass. );μακροτέρους ἀ. μισθούς extendrewards much further, Pl. R. 363d ; esp. of speeches, λόγον