LSJἀποτερμᾰτ-ισμόςGlosslimitation,ἀποτερμᾰτ-ισμός,ὁ,A. limitation,τῆς ὁράσεωςGem. 16.5ἀποτερμᾰ́τ-ωσις,εως,ἡ,=foreg., EM 583.17 .ReferencesGem. 16.5EM 583.17Related Lemmasἀποτερμᾰ́τ-ωσις