ἀπο-τμήγω, Ep. forἀποτέμνω,
A. cut off from,
μοῦνον ἀποτμήξας πόλιος
Il. 22.456
; τὸν . . λαοῦ ἀποτμήξαντε
10.364
, etc.
2. cut off, sever,
χεῖρας ἀπὸ ξίφεϊ τμήξας
11.146
; μήδεα
Hes. Th. 188
;κλιτῦς τότ' ἀποτμήγουσι χαράδραι ploughthe hill-sides, Il. 16.390 :— Pass. , μοῦνοι ἀποτμηγέντες
A.R. 4.1052
: c. gen., τοῦ ἑνός
Dam. Pr. 34
.