ἀποχοιρ-ιάζειν: ἀποσοβεῖν, ὡς χοῖρον ἐλαύνειν,
Hsch. , cf. AB 439 ;ἀπεχοιρίασεν: ἀπεσκίρτησεν,
Hsch.
ἀποχοιρ-ιάζειν: ἀποσοβεῖν, ὡς χοῖρον ἐλαύνειν, Hsch. , cf. AB 439 ; ἀπεχοιρίασεν: ἀπεσκίρτησεν, Hsch.
ἀποχοιρ-ιάζειν: ἀποσοβεῖν, ὡς χοῖρον ἐλαύνειν,
Hsch. , cf. AB 439 ;ἀπεχοιρίασεν: ἀπεσκίρτησεν,
Hsch.