LSJἀππασάμενοςGlossἀππασάμενος , = ἀνακτησάμενος (cf. πάομαι ), Corinn. Supp. 2.78 . (From ἀμ-πα-. )ἀππασάμενος,A.= ἀνακτησάμενος (cf.πάομαι), Corinn. Supp. 2.78 . (Fromἀμ-πα-.)ReferencesCorinn. Supp. 2.78