LSJἀπρόσ-πταιστοςGlossἀπρόσ-πταιστος , ον , = ἀπρόσκοπος (A), Hp. Ep. 17 .ἀπρόσ-πταιστος,ον,A.= ἀπρόσκοπος (A), Hp. Ep. 17 .ReferencesHp. Ep. 17