ἀραδ<ής>ει: θορυβήσει, ταράξει,andἀράδηται: κεκόνηται(prob.-κίν-), συγκέχυται,
Hsch. ; cf.ἄραδος.
ἀραδ<ής>ει: θορυβήσει, ταράξει, and ἀράδηται: κεκόνηται (prob. -κίν- ) , συγκέχυται, Hsch. ; cf. ἄραδος.
ἀραδ<ής>ει: θορυβήσει, ταράξει,andἀράδηται: κεκόνηται(prob.-κίν-), συγκέχυται,
Hsch. ; cf.ἄραδος.