ἀργήεις,εσσα,εν: Dor.
ἀργάεις, contr.
ἀργᾶς, gen.ᾶντος: (v.ἀργός):—
A. white, shining,
ταῦρον ἀργᾶντα
Pi. O. 13.69
;ἐν ἀργάεντι( v.l. ἀργινόεντι ) μαστῷ
Id. P. 4.8
;οἰωνός . . ἔξοπιν ἀργᾶς,
= πύγαργος , prob. in A. Ag. 115 (lyr.).
2.
= ἀργεστής, ἀργήεσσιν ἀέλλαις
Orph. A. 128 , cf. 685 .