ἀργία,ἡ,
A.
= ἀεργία ,want of employment,
πεσσοὺς κύβους τε, τερπνὸν ἀργίας ἄκος
S. Fr. 479.4
; νεύρων καὶ ἄρθρων
Hp. Mochl. 23
; τοῦ καλοῦ
Hierocl. in CA 19p.461M.
; ψυχῆς ἀργίη
Democr. 212
;idleness, laziness,
E. HF 592 ;νόμος περὶ τῆς ἀργίαςagainst those whowould not work,
D. 57.32 ; γραφὴ ἀργίας
AB 310
, cf. Plu. Sol. 17 , 31 : in pl., Isoc. 7.44 .
b. quietism,