LSJἀργικόςGlossἀργικός , ή , όν , = ἀργός (B), θάκοις ἀ. καθήμενοι E. Fr. 795 codd. Stob.ἀργικός,ή,όν,A.= ἀργός (B), θάκοις ἀ. καθήμενοιE. Fr. 795codd. Stob.ReferencesE. Fr. 795Stob.