ἄρδαλος: ὁ μὴ καθαρῶς ζῶν,
Erot. ; cf.ἀρδάλους: εἰκαίους,
Hsch. :— alsoἄρδαλος: μόλυσμα,Id.
ἄρδαλος: ὁ μὴ καθαρῶς ζῶν, Erot. ; cf. ἀρδάλους: εἰκαίους, Hsch. :— also ἄρδαλος: μόλυσμα, Id.
ἄρδαλος: ὁ μὴ καθαρῶς ζῶν,
Erot. ; cf.ἀρδάλους: εἰκαίους,
Hsch. :— alsoἄρδαλος: μόλυσμα,Id.