ἄρδην,Adv.
contr. forἀέρδην,(ἀείρω)
A. lifted up on high,of a vase carried on the head, S. Ant. 430 ; φέρειν ἄ.
E. Alc. 608
; πηδῶντος ἄ. Ἔκτορος τάφρων ὕπερ
S. Aj. 1279
.
II. utterly, wholly,
εἰς Τάρταρον ἄ. ῥίψειε δέμας
A. Pr. 1051
, cf. E. Hec. 887 ; πᾶσαν ἄ. πόλιν ἀπολλύναι
Pl. R. 421a
; ἄ. διαφθείρεσθαι
Id. Lg. 677c
; Φωκέων ἄ. ὄλεθρος
D. 19.141
; πεπτωκὸς ἄ. πολίτευμα