LSJἀρδρομηκιαῖοςGlossἀρδρομηκιαῖος , α , ον , dub. in POxy. 896.12 (iv A.D.) ; cf. ἀνδρο-.ἀρδρομηκιαῖος,α,ον, dub. in POxy. 896.12(iv A.D.); cf.ἀνδρο-.