ἀρειά [ᾰρ], Ion. and poet.ἀρειή,ἡ, collective noun,
A. menaces, threats,
λευγαλέοις ἐπέεσσιν . . καὶ ἀρειῇ
Il. 20.109
, but μειλιχίοις ἐπέεσσιν . . καὶ ἀρειῇ
21.339
; πολλὰ δὲ μειλιχίοισι . . πολλὰ δ' ἀρειῇ
17.431
.
menaces, threats,
ἀρειά [ᾰρ], Ion. and poet.ἀρειή,ἡ, collective noun,
A. menaces, threats,
λευγαλέοις ἐπέεσσιν . . καὶ ἀρειῇ
Il. 20.109
, but μειλιχίοις ἐπέεσσιν . . καὶ ἀρειῇ
21.339
; πολλὰ δὲ μειλιχίοισι . . πολλὰ δ' ἀρειῇ
17.431
.