ἀρημένος[ᾱ],η,ον, pf. part.
Pass. , expld. by Gramm. byβεβλαμμένος,
A. distressed, worn out,once in Il. , γήραϊ λυγρῷ κεῖται ἐνὶ μεγάροις ἀ.
18.435
; more freq. in Od. , ὕπνῳ καὶ καμάτῳ ἀ.
6.2
; τίπτε τόσον, Πολύφημ', ἀρημένος ὧδ' ἐβόησας;
9.403
; γήρᾳ ὑπὸ λιπαρῷ ἀ.
11.136
; δύῃ ἀ.
18.53
. [Prob. akin toἀρή, Ἄρης.]