LSJἀανέςGlossἀανές ( ἄνω ) : οὐ τελεσθησόμενον, Hsch. :—also ἀάνης: χρήσιμος, Id., Et.Gud.ἀανές(ἄνω): οὐ τελεσθησόμενον,Hsch. :—alsoἀάνης: χρήσιμος,Id.,Et.Gud.Related Lemmasἀάνης: