LSJἀρί-γνωςGlossἀρί-γνως [ ᾰ], ωτος , ὁ , ἡ , = sq., in nom. pl. ἀριγνῶτες, Pi. N. 5.12 .ἀρί-γνως[ᾰ],ωτος,ὁ,ἡ, =sq., in nom. pl.ἀριγνῶτες,Pi. N. 5.12 .