ἀρίσημος[ᾰρῐ],ον,(σῆμα)
A. notable,
ἀρίσημα δὲ ἔργα τέτυκτο
h.Merc. 12
; καὶ τύμβος καὶ παῖδες ἐν ἀνθρώποις ἀρίσημοι
Tyrt. 12.29
; ἀνήρ
Hp. Ep. 10
; εἰκών
Epigr.Gr. 260
(Cyrene).
II. plain, visible,
τρίβος
Theoc. 25.158
.Adv.
-μως
Hld. 6.14
.
notable,
ἀρίσημος[ᾰρῐ],ον,(σῆμα)
A. notable,
ἀρίσημα δὲ ἔργα τέτυκτο
h.Merc. 12
; καὶ τύμβος καὶ παῖδες ἐν ἀνθρώποις ἀρίσημοι
Tyrt. 12.29
; ἀνήρ
Hp. Ep. 10
; εἰκών
Epigr.Gr. 260
(Cyrene).
II. plain, visible,
τρίβος
Theoc. 25.158
.Adv.
-μως
Hld. 6.14
.