ἀριστερός[ᾰ],ά,όν,
A. left, on the left, ἐπ' ἀριστεράtowards, i.e. on,the left,
Il. 2.526 , al.; ἐπ' ἀριστερὰ χειρός
Od. 5.277
; ἐπ' ἀ. χειρῶν
A.R. 2.1266
; ἐξἀριστερῶν
Hp. Epid. 2.4.1
;ἐν τοῖσι ἀριστεροῖσιibid.
2. ἀριστερά(with or withoutχείρ),ἡ,left hand, ἐξ ἀριστερῆς χειρόςonthe left hand,
Hdt. 2.30 ; simply ἀριστερῆς χ.
Id. 4.34
; ἐξ ἀριστερᾶς
S. Ph. 20
, Pl. Ti. 72c , etc.; οὑξ ἀριστερᾶς . . ναός
S. El. 7
;ἐς ἀριστερὴν χεῖρα ἤιε, ἐν ἀριστερῇ ἔχειν,