LSJἀδρύφακτοςGlossunfencedἀδρύφακτος,ον,A. unfenced,ἀτείχιστος, ἀφύλακτος, ἄνευ δικαστηρίου, Hsch. : <*>metaph.,ἄπονος καὶ ἀταλαίπωρος, AB 345 .ReferencesHsch.AB 345