ἅρμα,ατος,τό,
A. chariot,esp.war-chariot,
Il. 5.231 , etc.; freq. in pl. for sg., ἑσταότ' ἐν θ' ἵπποισι καὶ ἅρμασι
4.366
, etc.; τὰ Λυδῶν ἄρματα
Sapph. Supp. 5.19
; ἵππους ὑφ' ἅρμασι ζευγνύναι
A. Pers. 190
, E. Hipp. 111 ; ἵππους ὑφ' ἅρματα ἄγειν
A. Pr. 465
; πῶλον . . ζυγέντ' ἐν ἅρμασιν
Id. Ch. 795
(lyr.); opp.ἁρμάμαξα(q. v.); also,racing-chariotdrawn by horses, opp.ὄχημα(a mule-car), Pi. Fr. 106.5 ; ἅ. τέλειον
IG 2.967.45
; ἁρμάτων ὀχήματα
E. Supp. 662