ἀρνηάς,άδος,ἡ, prob. some sort of
A. sheep,
ἔπεροι καὶ ἀρνηάδες ἐρίων ἀτελέες, ἀρνηάδων ἔταλα ἀτελέα
Schwyzer 644.15
( Aeol. ). (Fem. ofἀρνεώς,q. v.)
sheep,
ἀρνηάς,άδος,ἡ, prob. some sort of
A. sheep,
ἔπεροι καὶ ἀρνηάδες ἐρίων ἀτελέες, ἀρνηάδων ἔταλα ἀτελέα
Schwyzer 644.15
( Aeol. ). (Fem. ofἀρνεώς,q. v.)