ἅρπαξ,ᾰγος,ὁ,ἡ, (ἁρπάζω)
A. robbing, rapacious,
Ar. Eq. 137 ,v.l.in Fr. 628 , X. Mem. 3.1.6 ; λύκοι
Lyc. 1309
( v.l. Ἄτρακας ): also c.Subst.neut., ἅρπαγι χείλει
AP 9.272
(Bianor): Sup.
ἁρπαγίστατος
Pl.Com. 57
.
II. mostly asSubst.,
1. ἅρπαξ,ἡ, rapine,
Hes. Op. 356 .
2. ἅρπαξ,ὁ, robber, peculator,
τῶν δημοσίων
Ar. Nu. 351
; ὁ μὲν κλέπτης ὁ δ' ἅ.